ισοβάθμιος

ισοβάθμιος
ία и ος , ον , ισόβαθμος, η , ο [ος , ον ] имеющий равное звание, чин, степень

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "ισοβάθμιος" в других словарях:

  • ισοβάθμιος — ισοβάθμιος, α, ο και ισόβαθμος, η, ο αυτός που έχει τον ίδιο βαθμό με κάποιον άλλο: Ισοβάθμιοι υπάλληλοι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ισοβάθμιος — ια, ιο αυτός που έχει τον ίδιο βαθμό. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσόβαθμος. Η λ. μαρτυρείται από το 1876 στον Ιω. Αργυριάδη] …   Dictionary of Greek

  • ισόβαθμος — η, ό ισοβάθμιος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσ(ο) * + βαθμός. Η λ. μαρτυρείται από το 1812 στον Κων/νο Κούμα] …   Dictionary of Greek

  • ομότιμος — η, ο (ΑΜ ὁμότιμος, ον) αυτός στον οποίο αποδίδονται οι ίδιες τιμές, αυτός που τιμάται εξίσου, ισότιμος («μακάρων ὁμότιμος... ἔσται Διόνυσος», Νόνν.) νεοελλ. φρ. «ομότιμος καθηγητής πανεπιστημίου» τίτλος που απονέμεται σε καθηγητή πανεπιστημίου ο… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»